Νομικό σημείωμα ΑΡΑΓΕΣ ως απάντηση στο έγγραφο 484/02-06-2026 του Γραφείου Δικαστικού του ΤΕΕ σχετικώς με τη διεξαγωγή των συνεδριάσεων της Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ με τηλεδιάσκεψη
(το παραπάνω σημείωμα κατατέθηκε από την παράταξη στη ΔΕ στις 09/06/2026)
Η αντικατάσταση της δια ζώσης συνεδρίασης της αντιπροσωπείας του ΤΕΕ με την ηλεκτρονική διεξαγωγή της συνεδρίασης, εγείρει πολύ σοβαρά ζητήματα σχετικά με την εναρμόνιση με τις διοικητικές αρχές, τη νομιμότητα και την έλλειψη καταχρηστικότητας στην ενέργεια αυτή για τους κάτωθι ορθούς, νόμιμους και βάσιμους λόγους :
- Παράβαση Νόμου, και, πιο συγκεκριμένα, του άρθρου 7 παρ. 11 του Ν 1486/1984: Τροπ. διατάξεων ΠΔ της 27.11/14.12.1926 “ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, στο οποίο προβλέπονται τα σχετικά με τη σύνθεση, τις συνεδριάσεις και τη λειτουργία των συλλογικών οργάνων:
“10. Οι συνεδριάσεις, αν στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, είναι μυστικές. […]
- Οταν ο νόμος προβλέπει δημόσια συνεδρίαση του συλλογικού οργάνου, ανακοινώνονται εγκαίρως, και πάντως τουλάχιστον σαράντα οκτώ (48) ώρες πριν από τη συνεδρίαση, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, με πρόσφορο τρόπο, ώστε να καθίσταται δυνατή η προσέλευση και η παρουσία των ενδιαφερομένων. Η τήρηση της δημοσιότητας πρέπει να βεβαιώνεται στο οικείο πρακτικό”.
Ακολούθως, στην παρ. 11 του άρθρου 7 του Ν 1486/1984, η οποία αφορά τον τρόπο συνεδρίασης της Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ και η οποία ως ειδικότερη κατισχύει των υπολοίπων, ορίζεται ότι:
“11. Οι συνεδριάσεις της Αντιπροσωπείας γίνονται δημόσια, δεν επιτρέπεται όμως η ανάμιξη στις συζητήσεις των μη μελών της. Στις συνεδριάσεις της Αντιπροσωπείας μπορούν να παρίστανται και να λαμβάνουν το λόγο και οι Πρόεδροι των Διοικουσών Επιτροπών των περιφερειακών τμημάτων χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκτός αν είναι μέλη της.
Ο Πρόεδρος ή η Αντιπροσωπεία μπορούν να καλέσουν στις συνεδριάσεις της υπαλλήλους του ΤΕΕ για να δώσουν πληροφορίες, καθώς επίσης και άλλα πρόσωπα για να ακούσουν τη γνώμη τους.”
Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η δημοσιότητα της συνεδρίασης της Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ αποτελεί τον νόμιμο τρόπο συνεδρίασης αυτής. Η δημοσιότητα αυτή διασφαλίζεται αποτελεσματικότερα με την ελεύθερη, φυσική πρόσβαση των ενδιαφερόμενων στον τόπο όπου αυτή θα λάβει χώρα. Συνεπώς, η τυχόν διενέργεια της συνεδρίασης της Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ με τηλεδιάσκεψη, δίχως να υφίσταται κάποια εγγύηση για την εξασφάλιση της δυνατότητας παρακολούθησης της από το κοινό, ούτε να υπάρχει κάποιος αποχρών λόγος ώστε να επιλεγεί αυτός ο τρόπος διεξαγωγής της (π.χ. λόγω αδυναμίας προσέλευσης στον τόπο συνεδρίασης του συλλογικού οργάνου, λόγω καιρικών συνθηκών) και με ομολογημένο σκοπό να αποφευχθεί η παρουσία σε αυτή μη Μελών της Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ είναι καθ’όλα μη νόμιμη και καταχρηστική και συνιστά προσπάθεια υποβάθμισης της δημοκρατίας του συλλογικού οργάνου. Κι αυτό καθόσον συλλογικά όργανα όπως η αντιπροσωπεία του ΤΕΕ, τα οποία τελούν σε καθεστώς δημοκρατικής νομιμοποίησης και είναι ανοικτά στην πολιτική αντιπαράθεση, υφίστανται σοβαρή υποβάθμιση των μόλις προαναφερθέντων χαρακτηριστικών τους και της λειτουργίας τους όταν χάριν της, υποτίθεται, αποτελεσματικότερης ή οικονομικότερης λειτουργίας τους, επιλέγεται η τηλεδιάσκεψη ως τρόπος συνεδρίασης, και δη όταν επιλέγεται δίχως να συντρέχουν έκτακτες περιπτώσεις, άλλως δίχως να αιτιολογείται σαφώς, επαρκώς και πλήρως σε τι έγκειται το έκτακτο της ηλεκτρονικής συνεδρίασης. Ειδικότερα, αναφορικά με τον εν προκειμένω προβαλλόμενο λόγο της τάχα δυσχέρειας διεξαγωγής δια ζώσης συνεδρίασης “λόγω εξωγενών παραγόντων, όπως η παρουσία μη Μελών της Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ που εμπόδισαν [εννοείται, στο παρελθόν] ποικιλοτρόπως την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών της Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ ή υπάρχουν υπόνοιες ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο σε επόμενη συνεδρίαση”, συνιστά εντελώς αόριστο λόγο και απλή πιθανολόγηση που δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα δεδομένα (γίνεται αυθαίρετη εκτίμηση για ένα δεδομένο που ούτε ως ανωτέρα βία μπορεί να χαρακτηριστεί) και η επίκλησή του είναι καταχρηστική, μη νόμιμη και υπερβαίνει το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας του Προέδρου του ΤΕΕ να επιλέγει τον τρόπο συνεδρίασης και αντιστοιχεί με προληπτικό μέτρο (chilling effect), μη επιτρεπτό, καθόσον καταλήγει να καταστρατηγεί το δικαίωμα της συμμετοχής και αυτοπρόσωπης παρουσίας στη συνεδρίαση. Εν τέλει η ως άνω γνωμοδότηση της νομικής συμβούλου απολήγει να αντιβαίνει στην ίδια την αρχή της αναλογικότητας, καθώς επιλέγεται ένα μέτρο μη αναγκαίο, το οποίο μάλιστα καταστρατηγεί διοικητικές αρχές, την ίδια στιγμή που δύναται να επιλεγεί επιεικέστερο και δη η δια ζώσης συνεδρίαση.
Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή της φανερής δράσης της Διοίκησης (ή αρχή της διαφάνειας), η οποία είναι θεμελιώδης αρχή του διοικητικού δικαίου, οι δημόσιες αρχές είναι υποχρεωμένες να ενεργούν δημόσια, εξασφαλίζοντας την πρόσβαση των πολιτών στα έγγραφα και αποτρέποντας τις μυστικές διαδικασίες, προστατεύοντας έτσι τη διαφάνεια και τη νομιμότητα του Κράτους Δικαίου.
Η Διοίκηση θα πρέπει να δέχεται τη δημόσια κριτική των πολιτών με στόχο να γίνεται πιο αποτελεσματική. Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο αποτελεί η φανερή δράση της έτσι ώστε όλοι να γνωρίζουν τις εκδιδόμενες αποφάσεις της, καθώς και τον τρόπο και τον σκοπό που αυτές εκδόθηκαν
Το δικαίωμα στην πληροφόρηση στα πλαίσια του κοινωνικού κράτους δικαίου ερείδεται καταρχήν στην ευρύτερη αρχή της νομιμότητας, η οποία αποτελώντας τον πυρήνα του σύγχρονου κοινωνικού Κράτους Δικαίου ενσωματώνει ένα ευρύτερο σύνολο κανόνων δικαίου που οριοθετούν τη διοικητική δραστηριότητα. Η πληροφόρηση κι η συμμετοχή αποτελούν εγγυητική δικλείδα της εφαρμογής της νομιμότητας καθώς επιτρέπει σε κάθε πολίτη να επεμβαίνει στη δράση της Διοίκησης και να εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Προστατεύεται, έτσι, ο πολίτης ως άτομο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου υπό τις κρατικές εγγυήσεις. Αποδέκτης της επιταγής του πλαισίου της νομιμότητας είναι όλα τα όργανα και των τριών εξουσιών, πέραν των διοικητικών οργάνων.
Θεμελιώδη στοιχεία της δημοκρατικής αρχής συνιστούν η διαφάνεια και η δημοσιότητα της κρατικής δράσης. Μέσω αυτών καθίσταται δυνατός ο έλεγχος των διοικητικών πράξεων και η δυνατότητα των πολιτών να ενημερώνονται και να συμμετέχουν στην αποτελεσματική άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους. Η αρχή της διαφάνειας διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες συμμετοχής, λογοδοσία και άσκηση κοινωνικού ελέγχου ενώ επιτυγχάνεται μέσω της δημοσιοποίησης όλων των αποφάσεων και ενεργειών της διοίκησης καθώς και των στοιχείων και δεδομένων στα οποία στηρίχτηκε η τελευταία. Εμπεριέχει σύνολο αρχών όπως η σαφήνεια των διαδικασιών και των αποφάσεων, η αιτιολόγηση αυτών και η δυνατότητα πρόσβασης των πολιτών σε πληροφορίες που κατέχει η δημόσια διοίκηση. Παράλληλα, συνδέεται άρρηκτα με την προβλεψιμότητα της διοικητικής δράσης και συνιστά προαπαιτούμενο εξασφάλισης της εμπιστοσύνης των πολιτών
Συνταγματικό έρεισμα της επιταγής της διαφάνειας αποτελεί η δημοκρατική αρχή που επιτρέπει τη συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της κρατικής εξουσίας και η αρχή του κράτους δικαίου που διασφαλίζει τη νομιμότητα της διοικητικής δράσης. Με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, δε, ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο μέσω της θέσπισης διατάξεων για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής μεταξύ της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας καθώς και με τη δημιουργία περαιτέρω συνθηκών διαφάνειας με τα άρθρα 5Α (δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής στη Κοινωνία της Πληροφορίας), 14 παρ.9 (περί διαφάνειας στην ενημέρωση), 29 παρ.2 (περί διαφάνειας στις εκλογικές δαπάνες), 102 παρ.5 (περί διαφάνειας στη διαχείριση των πόρων των ΟΤΑ) και 103 παρ.7 Σ (περί διαφάνειας στην πρόσληψη υπαλλήλων στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα).
Εν προκειμένω, η ηλεκτρονική διεξαγωγή της συνεδρίασης της αντιπροσωπείας αντίκειται, ειδικά όταν είναι εφικτή η δια ζώσης διεξαγωγή, στην ως άνω διοικητική αρχή, καθώς λειτουργεί αποκλειστικά ως προς οιοδήποτε πολίτη, μέλος του ΤΕΕ και άμεσα ενδιαφερόμενο του κλάδου να ενημερωθεί και να παρακολουθήσει διαδικασία στην οποία λαμβάνονται αποφάσεις και στις οποίες καθίσταται άμεσα ενδιαφερόμενος.
- Έλλειψη ειδικής κι εμπεριστατωμένης αιτιολογίας
Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/1999), αλλά και τις γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου, όπως έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Διοικητικών Δικαστηρίων γενικότερα, κάθε ατομική διοικητική πράξη πρέπει να διαθέτει αιτιολογία, επιπλέον δε η αιτιολογία αυτή, προκειμένου να είναι νόμιμη, πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά της ειδικότητας, της σαφήνειας και της επάρκειας.
Στοιχεία της αιτιολογίας είναι η αναφορά του κανόνα δικαίου που προβλέπει την έκδοση της οικείας πράξης, δηλαδή αποτελεί το νόμιμο έρεισμά της, η ερμηνεία του, οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του που έχουν διαπιστωθεί, η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών καταστάσεων όταν επιτρέπεται, ο νομικός χαρακτηρισμός τους και τα κριτήρια και οι σκέψεις του διοικητικού οργάνου σχετικά με την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Η πλήρης έλλειψη αιτιολογίας καθιστά την πράξη αναιτιολόγητη και, επομένως, ακυρωτέα. Το ίδιο ισχύει και για την πράξη της οποίας η αιτιολογία είναι μη νόμιμη, δηλαδή είτε γενική και αόριστη, είτε ελλιπής ή ανεπαρκής. Η ύπαρξη αιτιολογίας και η συνδρομή των χαρακτηριστικών που απαιτεί το άρθρο 17 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, δηλαδή της σαφήνειας, της ειδικότητας και της πληρότητάς της, πρέπει να προκύπτουν είτε από το σώμα της πράξης είτε από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης.
Η υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της αποτελεί συστατικό στοιχείο του κράτους δικαίου συναπτόμενη με τις αρχές της διαφάνειας και της νομιμότητας της διοικητικής δράσης, αλλά και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτιολογία που αποτυπώνεται στο σημείωμα της νομικής συμβούλου είναι όλως ανεπαρκής, καθώς ερείδεται σε εικασίες και δεν αποτυπώνει την ουσιαστική και δικαιολογημένη αναγκαιότητα ηλεκτρονικής διεξαγωγής της συνεδρίασης. Αντιθέτως, είναι προφανές ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο υπάρχει πρόθεση ηλεκτρονικής διεξαγωγής της συνεδρίασης είναι ακριβώς η μη συμμετοχή κοινού σε αυτή, αιτιολογία που, σε κάθε περίπτωση, είναι παράνομη.
- Καταχρηστική επίκληση νομοθετήματος που σκοπό είχε τον περιορισμό της πανδημίας του ιού covid-19
Όπως, άλλωστε, αναγράφεται και στο ίδιο το σημείωμα της Νομικής Συμβούλου, υπήρχε συγκεκριμένος, επιτακτικός και όλως αναγκαίος λόγος για την ηλεκτρονική διεξαγωγή συνεδριάσεων για την πρόληψη της διασποράς του ιού covid – 19 κατά το ξέσπασμα της πανδημίας κατά το χρονικό διάστημα 2020-2021. Μολαταύτα, ο λόγος έκδοσης μιας σειράς νομοθετημάτων που επέτρεπαν κατ’ εξαίρεση τη διεξαγωγή ηλεκτρονικά μιας σειράς διαδικασιών έχει όλως εκλείψει. Η επίκληση στη χρήση νομοθετήματος το οποίο έχει νομοθετική βάση μια έκτακτη κατάσταση καθίσταται όλως καταχρηστική καθώς δεν διαπιστώνεται επαρκώς αντίστοιχη έκτακτη κατάσταση, βάσει της οποίας να κριθεί εφαρμοστέο νομοθέτημα περί ηλεκτρονικής διεξαγωγής διαδικασίας. Εν ολίγοις, δεν υφίσταται έκτακτος λόγος για τον οποίο το νομοθέτημα αυτό να εφαρμοστεί με την ηλεκτρονική διεξαγωγή της διαδικασίας, μολαταύτα, όλως καταχρηστικά γίνεται επίκληση σε αυτό βάσει εικασιών κι όχι βάσει πραγματικών περιστατικών που καθιστούν αναγκαία την εφαρμογή του, άλλως να καθίσταται αδύνατη η διεξαγωγή της συνεδρίασης. Καθώς πληρούνται όλοι οι όροι για να προχωρήσει η συνεδρίαση δια ζώσης, εκλείπει εξ ολοκλήρου η ανάγκη εφαρμογής διατάξεως νόμου που αναφέρεται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο κατά την οποία η δια ζώσης διεξαγωγή καθίστατο αδύνατη για λόγους δημόσιας υγείας.
- Αντιβαίνει στην αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς της Διοίκησης (Χρηστή Διοίκηση)
Σύμφωνα με τις γενικές αρχές υπερνομοθετικής ισχύος που διέπουν το διοικητικό δίκαιο, η Διοίκηση οφείλει να λειτουργεί με συνέπεια και ευθύνη απέναντι στο διοικούμενο/πολίτη. Η ασυνεπής, αντιφατική συμπεριφορά της διοίκησης (venire contra factum prorium) προσβάλλει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ασφαλισμένου απέναντί της και μπορεί να συνεπάγεται την παρανομία της διοικητικής πράξεως. Επομένως, αντιβαίνει στην απαγόρευση του venire contra factum prorium, κάθε αμφισβήτηση της κατάστασης που διαμορφώθηκε επί σειράς ετών για τους διοικούμενους, τους οποίους η Διοίκηση οφείλει να μην αιφνιδιάζει με ανατροπή της δημιουργηθείσας σε αυτούς πεποίθησης δικαίου.
Με βάση τα ως άνω, η συνεδρίαση ηλεκτρονικά της αντιπροσωπείας του ΤΕΕ σε τακτική (όχι έκτακτη) διαδικασία, είναι τρόπος διεξαγωγής που ουδέποτε είχε προτιμηθεί, πλην εξαιρέσεων λόγω καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, και ανατρέπει την έως τώρα δημιουργηθείσα κατάσταση δια ζώσης διεξαγωγής και διαφανούς συζήτησης.
